• Τα νέα μας

ΙΑΤΡΕΙΟ ΕΝΔΟΚΡΙΝΟΛΟΓΙΑΣ, ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΣΑΚΧΑΡΩΔΗ ΔΙΑΒΗΤΗ

kentro endokrinologias

Το ενδοκρινικό σύστημα είναι ένα σύνθετο σύστημα ενδοκρινών αδένων και  αποτελείται από  τον θυρεοειδή, τους παραθυρεοειδείς, το πάγκρεας, τις ωοθήκες, τους όρχεις, τα επινεφρίδια, την υπόφυση και τον υποθάλαμο.

Οι ενδοκρινείς αδένες εκκρίνουν ουσίες,  τις ορμόνες,  που ελέγχουν και  συντονίζουν πολλές  δραστηριότητες του οργανισμού.

Διαταραχές στην έκκριση των ορμονών μπορεί να οδηγήσουν στην κακή λειτουργία  πολλών  συστημάτων με επιπτώσεις από την καρδιά και τα αγγεία, τον μεταβολισμό του σακχάρου και των λιπιδίων, της ανάπτυξης του παιδιού, της αναπαραγωγικής ικανότητας ανδρών και γυναικών, διαταραχές της εμμηνορρυσίας, ακμής,  διαταραχές   των οστών, κλπ.

 

Το πεδίο της Ενδοκρινολογίας είναι ευρύτατο και σε αυτό εμπίπτουν παθήσεις οπως:

1. Παθήσεις του θυρεοειδούς

2. Σακχαρώδης Διαβήτης (παιδιών, εφήβων και ενηλίκων)

3. Υπερχοληστεριναιμίες

4. Διαταραχές του Ασβεστίου

5. Δαταραχές της εμμηνορρυσίας (εφηβείας, ενήλικων γυναικών, και   της   κλιμακτηρικής περιόδου  της ζωής της γυναίκας)

6. Εμμηνόπαυση και Ορμονική Θεραπεία Υποκατάστασης

7. Οστεοπόρωση

8. Ακμή –Υπερτρίχωση (κοριτσιών, ενηλίκων γυναικών)

9. Στειρότητα (ανδρός, γυναίκας)

10. Διαταραχές εφηβείας ( πρώιμη ή καθυστερημένη)

11. Διαταραχές σωματικής ανάπτυξης (κοντό ανάστημα)

12. Διαταραχές φύλου, κλπ.

Στο ενδοκρινολογικό ιατρείο αντιμετωπίζονται:


thiroeidisΟι παθήσεις του θυρεοειδούς αδένα είναι από τις πιο συχνές ενδοκρινολογικές παθήσεις.

Χιλιάδες άτομα στην Ελλάδα και πάνω από 300.000.000 άτομα σε όλο τον κόσμο εμφανίζουν παθήσεις του θυρεοειδούς, με αρκετές συνέπειες επάνω στην συνολική τους υγεία.

 

Η λειτουργία του θυρεοειδούς αδένα εμφανίζει διαταραχές που εκδηλώνονται, είτε με την μορφή της υπολειτουργίας (υποθυρεοειδισμός), είτε με αυτή της υπερλειτουργίας (υπερθυρεοειδισμός).

 

Ιδιόμορφη διαταραχή, η οποία μπορεί να θεωρηθεί και σαν δυσλειτουργία, αποτελεί η απλή ή μη τοξική βρογχοκήλη και όταν υπάρχουν όζοι ονομάζεται οζώδης  ή πολυοζώδης βρογχοκήλη.

 

Οι ασθενείς με βρογχοκήλη είναι στην πλειονότητά τους ευθυρεοειδικοί και η κλινική συμπτωματολογία που εμφανίζεται οφείλεται στην τοπική διόγκωση του θυρεοειδούς όταν αυτή πάρει μεγάλες διαστάσεις.

 

Η μεγάλη διόγκωση του αδένα μπορεί να προκαλέσει πιεστικά συμπτώματα όπως δυσφαγία, αίσθημα πνιγμονής και δυσφωνία.

 

Ο υπερθυρεοειδισμός παρουσιάζει εξαιρετικά μεγάλη ποικιλομορφία. Τα σημεία και τα συμπτώματα της πάθησης εξαρτώνται από την ηλικία του ασθενή, την διάρκεια της νόσου και τον βαθμό της περίσσειας της ορμόνης.

Η νόσος εκδηλώνεται με  συμπτώματα όπως απώλεια βάρους, υπερίδρωση, ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών, δύσπνοια, αδυναμία, ευερεθιστικότητα και συχνές κενώσεις.

Κατά την κλινική εξέταση  διαπιστώνεται διόγκωση του θυρεοειδούς ενώ αρκετοί ασθενείς μπορεί να εμφανίζουν και εξόφθαλμο.

 

Ο πρωτοπαθής υποθυρεοειδισμός μπορεί να οφείλεται σε αυτοάνοσο καταστροφή του θυρεοειδικού ιστού (θυρεοειδίτιδα Hashimoto), σε κάποια βλαπτική επίδραση στην ορμονική λειτουργία του αδένα (φαρμακευτική, ιατρογενής)  ή σε συγγενή απλασία του θυρεοειδούς.

 

Η υπολειτουργία του θυρεοειδούς ανάλογα με την ηλικία που εμφανίζεται παρουσιάζει ιδιαίτερη κλινική εικόνα και χαρακτηρίζεται σαν:

1. Υποθυρεοειδισμός των ενηλίκων

2. Νεογνικός υποθυρεοειδισμός

3. Παιδικός υποθυρεοειδισμός

4. Γεροντικός υποθυρεοειδισμός.

 

Το φάσμα των κλινικών γνωρισμάτων του υποθυρεοειδισμού είναι συνάρτηση του βαθμού βαρύτητας και της ηλικίας στην οποία εμφανίζεται.

 

Στον ενήλικα υποθυρεοειδισμός αναπτύσσεται συνήθως με τρόπο λανθάνοντα, με ενδεχόμενο να μείνει αδιάγνωστος για χρόνια.

Τα πρωϊμότερα συμπτώματα του υποθυρεοειδισμού είναι γενικά η καταβολή, η απάθεια, το αίσθημα κόπωσης, η αύξηση του σωματικού βάρους, η δυσκοιλιότητα και οι διαταραχές της εμμήνου ρύσης.

Σε πιο προχωρημένο στάδιο τα συμπτώματα γίνονται προοδευτικά εντονότερα.

 

Ο υποθυρεοειδισμός όταν εμφανίζεται με πλήρη συμπτωματολογία χαρακτηρίζεται από αλλοιώσεις του δέρματος, υποθερμία, μυϊκή αδυναμία, γαστρεντερικές διαταραχές, ψυχονοητικές διαταραχές, βραδυκαρδία, βραδύτητα της ομιλίας και βράγχος της φωνής.


osteoporosiΗ οστεοπόρωση είναι η νόσος εκείνη του οστού που χαρακτηρίζεται από τη μείωση της οστικής μάζας.

Στο οστεοπορωτικό κόκαλο παρατηρείται μεγάλη διαταραχή της μικροαρχιτεκτονικής κατασκευής του που χαρακτηρίζεται από αραίωση της πυκνότητας του, «πορώδη» (σαν σπόγγος) σύσταση και διαταραχή της συνοχής των οστικών δοκίδων (εικ.1).

 

Όλα αυτά, οδηγούν στην μείωση της οστικής αντοχής στις φορτίσεις και στις δυνάμεις παραμόρφωσης που ασκούνται κάθε στιγμή, με αποτέλεσμα τα οστά να  γίνονται εύθραυστα και ως εκ τούτου να εκδηλώνονται κατάγματα σε διάφορα σημεία του σκελετού.

 

Η οστεοπόρωση θεωρείται “σιωπηλή νόσος”, γιατί η οστική απώλεια προηγείται και εξελίσσεται αθόρυβα χρόνια πριν την  τελική διαμόρφωση  εκείνης της διαταραχής της ποιότητας του οστού που θα οδηγήσει το κόκαλο στα όρια του καταγματικού κινδύνου.

 

Η πιο συχνή μορφή οστεοπόρωσης, η μετεμμηνοπαυασιακή οστεοπόρωση οφείλεται στην ένδεια ή η έλλειψη οιστρογόνων στην γυναίκα, όπως αυτή εκφράζεται μετά την εμμηνόπαυση.

 

Η περίοδος αυτή  χαρακτηρίζεται από την ταχεία και μεγάλη απώλεια οστού χωρίς να προλαβαίνει η διαδικασία του επανασχηματισμού του να το αποκαθιστά.

 

Η γεροντική οστεοπόρωση  αναφέρεται στην τρίτη ηλικία και αφορά γυναίκες αλλά και άνδρες.

 

Στην γεροντική οστεοπόρωση αν και το κόκαλο καταστρέφεται με αργότερο ρυθμού, εν τούτοις όμως η διαδικασία αποκατάστασης λειτουργεί και αυτή ακόμη πιο αργά  με αποτέλεσμα  η οστική απώλεια να μην μπορεί να αποκατασταθεί.

 

Για την καλύτερη εκτίμηση της οστικής πυκνότητας, η μέτρηση DXA οφείλει να γίνεται σε δύο περιοχές του σκελετού εκείνες της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης  και του ισχίου.

 

Τα δεδομένα της μέτρησης αυτής και οι πληροφορίες που δίδονται από τους δείκτες ανακατασκευής του οστού (όπως αναφέρθηκαν στο τμήμα περί σχηματισμού του οστού) κατευθύνουν τον ιατρό για την απόφαση χορήγησης ή όχι θεραπείας.

 

Στη χώρα μας είναι γεγονός ότι μια στις δύο γυναίκες και ένας στους τέσσερεις άνδρες ηλικίας άνω των 50 ετών θα εκδηλώσει ένα τουλάχιστον συσχετιζόμενο με την οστεοπόρωση κάταγμα κατά τη διάρκεια της υπόλοιπης ζωής του.

 

Στην Ελλάδα σήμερα υπολογίζεται ότι περίπου 500.000 γυναίκες και 50.000 άνδρες πάσχουν από βαριά οστεοπόρωση. Από πανελλήνια έρευνα που ξεκίνησε το 2003 και θα ολοκληρωθεί σε δύο χρόνια, υπολογίζεται ότι το 35% των Ελληνίδων άνω των 50 πάσχει από οστεοπόρωση.

 

Δυστυχώς το πρώτο σύμπτωμα είναι σχεδόν πάντα το κάταγμα, είτε αυτόματο "σιωπηλό", χωρίς πόνο, της σπονδυλικής στήλης που ανακαλύπτεται τυχαία σε μία απλή ακτινογραφία, είτε εξω-σκελετικό κάταγμα όπως του καρπού, του ισχίου (λεκάνη), ή του ώμου, που επισυμβαίνουν χρόνια μετά την έναρξη της νόσου.

 

Οι ασθενείς που πάσχουν από οστεοπόρωση παρουσιάζουν επίσης σταδιακή ελάττωση στο ύψος τους, κρίσεις ζωστηροειδούς ραχιαλγίας ή και οσφυαλγίας, έως και κύφωση λόγω των αυτόματων καταγμάτων των σπονδύλων οι οποίοι χάνουν το φυσιολογικό τους ύψος και μέγεθος και παραμορφώνονται και συμπιέζοντας τις νευρικές ίνες που υπάρχουν μεταξύ τους.


zaxarodis diavitisΟ σακχαρώδης διαβήτης χαρακτηρίζεται από διαταραχή του μεταβολισμού της γλυκόζης, των λιπιδίων και των πρωτεϊνών, είτε λόγω ελαττωμένης έκκρισης ινσουλίνης είτε λόγω ελάττωσης της ευαισθησίας των κυττάρων του σώματος στην ινσουλίνη.

 

Η ινσουλίνη είναι μια ορμόνη που εκκρίνεται από το πάγκρεας και είναι απαραίτητη για τη μεταφορά της γλυκόζης που λαμβάνεται από τις τροφές, μέσα στα κύτταρα για να χρησιμοποιηθεί ως καύσιμη ύλη για να παραχθεί ενέργεια.

 

Όταν το πάγκρεας δεν παράγει αρκετή ινσουλίνη ή η ινσουλίνη που παράγει δεν δρα σωστά, τότε η γλυκόζη που λαμβάνεται από τις τροφές δεν εισέρχεται στα κύτταρα και παραμένει στο αίμα με αποτέλεσμα την αύξηση των επιπέδων της και άρα την εκδήλωση του σακχαρώδη διαβήτη.

 

Τύποι Σακχαρώδη Διαβήτη

Ο Σακχαρώδης Διαβήτης διακρίνεται σε τρεις κύριες κατηγορίες:

 

Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου 1 ή Ινσουλινοεξαρτώμενος  Διαβήτης.

Χαρακτηρίζεται από καταστροφή των β-κυττάρων του παγκρέατος, τα οποία είναι υπεύθυνα για την παραγωγή της ινσουλίνης, με αποτέλεσμα να υπάρχει ολική έλλειψη ή ελάχιστη έκκριση ινσουλίνης.

 

Ο ασθενής με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 είναι απόλυτα εξαρτημένος από τη εξωγενή χορήγηση ινσουλίνης προκειμένου τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα να διατηρηθούν σε φυσιολογικά επίπεδα.

 

Ο τύπος αυτός αποτελεί την κυριότερη αιτία διαβήτη σε παιδιά, μπορεί όμως να εμφανιστεί και σε νεαρούς ενήλικες.

 

Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου 2 ή Μη Ινσουλινοεξαρτώμενος  Διαβήτης

Αποτελεί τη συνηθέστερη μορφή του διαβήτη όπου το πάγκρεας παράγει λιγότερη ινσουλίνη απ' αυτή που χρειάζεται ο οργανισμός  με αποτέλεσμα την αυξημένη τιμή του σακχάρου στο αίμα.

 

Στη χώρα μας, το 8% - 10% του γενικού πληθυσμού πάσχει από σακχαρώδη διαβήτη.

 

Η νόσος έχει υψηλότερο επιπολασμό (συχνότητα εμφάνισης) στο δυτικό κόσμο (ιδιαίτερα ο διαβήτης τύπου ΙΙ) και αυτό αποτελεί  μια σαφή ένδειξη για τη συσχέτιση της νόσου με το σύγχρονο τρόπο ζωής, τις διατροφικές μας συνήθειες και την έλλειψη σωματικής άσκησης.

 

Ο τύπος αυτός του διαβήτη σχετίζεται στενά με την παχυσαρκία και προσβάλει κυρίως ενήλικες.

Με την άνοδο όμως της παιδικής παχυσαρκίας, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται αύξηση αυτού του τύπου και στα παχύσαρκα παιδιά.

Ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου ΙΙ συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο για καρδιαγγειακά επεισόδια, Χρόνια Νεφρική Ανεπάρκεια, τύφλωση και ακρωτηριασμούς.

 

Σακχαρώδης Διαβήτης Κύησης

Αυτή η μορφή του Διαβήτη εμφανίζεται για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και  συνήθως υποχωρεί μετά τον τοκετό.

 

Ο Σακχαρώδης Διαβήτης Κύησης συσχετίζεται με την παχυσαρκία, παρατηρείται στο 3-5% των κυήσεων και ενέχει κίνδυνο  επανεμφάνισης σε επόμενες εγκυμοσύνες καθώς και ανάπτυξης μόνιμου διαβήτη τύπου 2.

Συνδέεται με συγγενείς ανωμαλίες και περιγεννητικές επιπλοκές των νεογνών και προβλήματα κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης και του τοκετού για την μητέρα.

 

Τα νεογνά από μητέρες με διαβήτη κύησης κινδυνεύουν στην μετέπειτα ζωή τους να αναπτύξουν παχυσαρκία και δυνητικά διαταραχή ανοχής γλυκόζης ή ακόμη και σακχαρώδη διαβήτη.

 

Η πρόληψη, η έγκαιρη διάγνωση και η αντιμετώπιση από ειδικούς μπορούν να εξασφαλίσουν την καλή έκβαση της εγκυμοσύνης και την πρόληψη της εμφάνισης διαβήτη στην μετέπειτα ζωή τόσο της μητέρας όσο και του νεογνού.

 

Στα πλαίσια της πρόληψης του Σακχαρώδη Διαβήτη Κύησης, σύμφωνα με τις οδηγίες του Παγκοσμίου Οργανισμού Υγείας, θα πρέπει να διεξάγεται δοκιμασία ανοχής γλυκόζης σε όλες τις εγκυμονούσες γυναίκες κατά την 24η-28η εβδομάδα κύησης, ενώ στις παχύσαρκες γυναίκες ή γυναίκες με άλλους επιβαρυντικούς παράγοντες, η δοκιμασία πρέπει να γίνεται στην αρχή της  εγκυμοσύνης.

 

Ποιά άτομα έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να παρουσιάσουν Σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2;

Οι υπέρβαροι  και οι παχύσαρκοι (BMI ή Δείκτης Μάζας Σώματος > 25 kg/m2)

Όσοι κάνουν καθιστική ζωή

Όσοι εμφανίζουν διαταραγμένη ανοχή στη γλυκόζη (προδιαβητικοί ασθενείς)

Όσοι έχουν συγγενή πρώτου βαθμού με διαβήτη

Οι γυναίκες που παρουσιάζουν διαβήτη κύησης ή αποκτούν νεογνά με βάρος γέννησης πάνω από 4 κιλά

Οι γυναίκες με  σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών

Τα άτομα με αρτηριακή υπέρταση

Άτομα άνω των 45 ετών

Άτομα με χαμηλά επίπεδα καλής χοληστερόλης, HDL-C (< 35 mg/dl) και αυξημένα τριγλυκεριδίων (> 250 mg/dl) καθώς και οι ασθενείς με ιστορικό αγγειακής νόσου (π.χ. στηθάγχη, έμφραγμα, στεφανιαία νόσο, εγκεφαλικό επεισόδιο.)

 

Ποια είναι τα κυριότερα συμπτώματα του σακχαρώδους διαβήτη;
Στον διαβήτη τύπου 1, συχνά η πρώτη εκδήλωσή μπορεί να είναι η ανάπτυξη διαβητικής κετοξέωσης, με ναυτία, εμετό, κοιλιακό πόνο και απώλεια συνείδησης.

 

Στον διαβήτη τύπου 2 το 50% των ατόμων με διαβήτη τύπου 2 παραμένουν αδιάγνωστοι για μεγάλα χρονικά διαστήματα καθώς η νόσος εισβάλλει βαθμιαία, η συμπτωματολογία λείπει τελείως και ο ασθενής αισθάνεται υγιής.

 

Τα κυριότερα συμπτώματα κατά την εκδήλωση της νόσου είναι η πολυδιψία (έντονη δίψα), η πολυουρία (και ειδικότερα κατά τις βραδινές ώρες), η πολυφαγία, η απώλεια βάρους, ο κνησμός, η συχνή εξάντληση χωρίς ιδιαίτερη σωματική δραστηριότητα, η δυσκολία επούλωσης των πληγών και τέλος οι συχνές φλεγμονές και λοιμώξεις.

 

Διάγνωση του σακχαρώδους διαβήτη

Παρουσία κλασικών συμπτωμάτων του διαβήτη και τιμή γλυκόζης σε οποιαδήποτε στιγμή > 200mg/dl

Τιμή σακχάρου νηστείας > 126mg/dl (μετά από 8 τουλάχιστον ώρες αποχής από την πρόσληψη τροφής)

 

Δοκιμασία ανοχής γλυκόζης (καμπύλη σακχάρου):
Τιμή σακχάρου 2 ώρες μετά από φόρτιση με 75g γλυκόζης από του στόματος > 200mg/dl.

Οι διαγνωσμένοι διαβητικοί  δεν έχουν   λόγο να κάνουν αυτή την εξέταση, η οποία όμως είναι πολύ χρήσιμη για άτομα με κληρονομικό ιστορικό.

Γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbA1c) > 6 %

Αντιμετώπιση του σακχαρώδους διαβήτη

 

Πολύ σημαντικό ρόλο στην αντιμετώπιση του σακχαρώδους διαβήτη παίζουν:

Η έγκαιρη διάγνωση της νόσου

Η εκπαίδευση του διαβητικού ασθενούς σε σχέση με τις διαιτητικές του συνήθειες

Η εκπαίδευση του διαβητικού ασθενούς στον αυτοέλεγχο του σακχάρου και τη χορήγηση αντιδιαβητικών δισκίων ή ινσουλίνης.

 

Η στρατηγική αντιμετώπισης του διαβητικού ασθενούς πρέπει να ικανοποιεί τρεις βασικούς στόχους:

Τον μακροχρόνιο γλυκαιμικό έλεγχο του ασθενούς.

Την αύξηση της σωματικής άσκησης και την υιοθέτηση από τον ασθενή ενός πιο υγιεινού τρόπου ζωής

την εξάλειψη των παραγόντων που αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης των χρόνιων επιπλοκών του διαβήτη (πχ τη διακοπή του καπνίσματος, έλεγχος αρτηριακής πίεσης και επιπέδων χοληστερόλης.

Η θεραπευτική προσέγγιση για την κάλυψη των παραπάνω στόχων βασίζεται σε τρεις κύριους άξονες:  την τήρηση συγκεκριμένου προγράμματος διατροφής, την αύξηση της σωματικής άσκησης, τη λήψη φαρμακευτικής αγωγής.



paxisarkiaΗ παχυσαρκία είναι χρόνιο νόσημα, όπως για παράδειγμα η υπέρταση, είναι αποτέλεσμα αυξημένης πρόσληψης τροφής σε συνδυασμό με μειωμένη φυσική δραστηριότητα και παρατηρείται συνήθως σε άτομα με κληρονομική επιβάρυνση.

 

Η περίσσεια της προσλαμβανόμενης ενέργειας με το φαγητό, αποθηκεύεται στον οργανισμό με τη μορφή λίπους. Η αυξημένη συσσώρευση λίπους είναι επικίνδυνη για τον οργανισμό και ευθύνεται για τις συνέπειες της παχυσαρκίας, δηλαδή την εκδήλωση άλλων νοσημάτων.

 

Το λίπος διακρίνεται σε υποδόριο και σπλαγχνικό. Το υποδόριο λίπος αποθηκεύεται κάτω από το δέρμα σχετικά κοντά στην επιφάνεια του σώματος.

 

Το σπλαγχνικό λίπος αποθηκεύεται γύρω από σημαντικά όργανα στην κοιλιακή χώρα και συνεπάγεται κοιλιακή παχυσαρκία και είναι ο πιο επικίνδυνος τύπος λίπους όσον αφορά στον καρδιομεταβολικό κίνδυνο.

Η συσσώρευση λίπους μπορεί  με μηχανικό τρόπο να προκαλέσει διάφορα προβλήματα, όπως η αποφρακτική υπνική άπνοια, νοσήματα των αρθρώσεων, της σπονδυλικής στήλης και του δέρματος.

 

Οι αρθρώσεις των γονάτων και των αστραγάλων καταπονούνται λόγω του αυξημένου φορτίου που έχουν να σηκώσουν και δημιουργούνται  οστεοαρθρίτιδες.

 

Στο δέρμα μπορεί να εμφανιστούν ραβδώσεις λόγω της πίεσης του δέρματος από το αυξανόμενο λίπος και μελανίζουσα ακάνθωση δηλαδή σκουρόχροη βελούδινη πάχυνση του δέρματος, στον αυχένα, στις μασχάλες, βουβώνες και αλλού, λόγω της αντίστασης στην ινσουλίνη που συνοδεύει την παχυσαρκία, όπως αναφέρεται στη συνέχεια.

 

Η κοιλιακή παχυσαρκία προδιαθέτει σε καρδιαγγειακά νοσήματα όπως το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου είτε γιατί συσχετίζεται με άλλους παράγοντες κινδύνου όπως ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2, η υπέρταση και η δυσλιπιδαιμία είτε γιατί η ίδια η κοιλιακή παχυσαρκία αποτελεί ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου.

 

Οι παχύσαρκοι άνδρες έχουν αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης καρκίνου του εντέρου, του ορθού και του προστάτη ενώ οι γυναίκες του καρκίνου του ενδομητρίου και του μαστού έναντι των ατόμων με φυσιολογικό σωματικό βάρος.

 

Επίσης οι παχύσαρκες γυναίκες μπορεί να παρουσιάζουν σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών με διαταραχές  εμμήνου ρύσεως, υπερτρίχωση, ακμή και υπογονιμότητα.

 

Η αντιμετώπιση της παχυσαρκίας έχει δύο στόχους την ελάττωση του βάρους και όταν αυτό επιτευχθεί τη διατήρηση επί μακρόν χαμηλού του βάρους.

 

Μακροχρόνιες μελέτες δείχνουν ότι μόνο η απώλεια βάρους 10% του αρχικού, μπορεί να διατηρηθεί επί μακρόν.

 

Η έμφαση πρέπει να δοθεί στον αυτοέλεγχο.

Τα καλύτερα αποτελέσματα στην απώλεια βάρους επιτυγχάνονται στα παιδιά και τους εφήβους που δεν έχουν σταθεροποιήσει συνήθειες τους στον τρόπο ζωής.

 

Η χειρουργική αντιμετώπιση της παχυσαρκίας είναι απαραίτητη όταν ο ασθενής έχει δείκτη μάζας σώματος (το πηλίκο του βάρους σε κιλά διά του ύψους στο τετράγωνο) μεγαλύτερο του 40 ή πιο απλά όταν έχει τουλάχιστον 40 κιλά πάνω από το κανονικό του βάρος.

 

Πολλά κλινικά οφέλη αποκομίζει ο παχύσαρκος ασθενής  από τη χειρουργική θεραπεία όταν έχει δείκτη μάζας σώματος πάνω από 35, και ταυτόχρονα πάσχει από τις επιπλοκές της παχυσαρκίας, όπως στεφανιαία νόσος, διαβήτης, οστεοαρθρίτιδα κλπ.

 

Ωστόσο, ο υποψήφιος για εγχείρηση παχύσαρκος θα πρέπει να έχει προσπαθήσει να χάσει βάρος με τις μη επεμβατικές μεθόδους, όπως δίαιτα, άσκηση, φάρμακα- για τουλάχιστον ένα χρόνο, προτού ανατρέξει στη χειρουργική.

 

Ο ασθενείς με διαταραχές λιπιδίων δυσκολεύονται να διατηρήσουν τα λίπη του οργανισμού σε φυσιολογικά επίπεδα.

 

Μια από τις πιο συχνές διαταραχές των λιπιδίων είναι η υπερλιπιδαιμία – υψηλά επίπεδα χοληστερόλης, LDL γνωστής ως «κακή» χοληστερίνη και τριγλυκεριδίων στο αίμα.

 

Υψηλά επίπεδα αυτών των λιπιδίων συνδέονται με την καρδιακή και αγγειακή νόσο, με τα εγκεφαλικά επεισόδια και άλλες παθήσεις. Η υπέρταση είναι συχνή σε άτομα με διαταραχές λιπιδίων και ο συνδυασμός αυτών των καταστάσεων αυξάνει τον κίνδυνο για στεφανιαία νόσο της καρδιάς.

 

Ο Ενδοκρινολόγος είναι εκπαιδευμένος να ανιχνεύσει τους παράγοντες που μπορεί να συνδέονται με διαταραχές λιπιδίων όπως, ο υποθυρεοειδισμός, χρήση φαρμάκων όπως τα στεροειδή ή γενετικούς μεταβολικούς παράγοντες.

 

Διαταραχές λιπιδίων υπάρχουν σε διάφορες καταστάσεις, όπως το μεταβολικό σύνδρομο, οι πολυκυστικές ωοθήκες και η παχυσαρκία.

 

Ειδικές δίαιτες, άσκηση και φαρμακευτική αγωγή μπορεί να συστηθούν για την αντιμετώπιση της υπερλιπιδαιμία.



ypofisiΗ υπόφυση είναι ένας αδένας που κρέμεται από τον εγκέφαλο με έναν μίσχο (σαν τσαμπί) και ο οποίος, επικοινωνώντας με το κεντρικό νευρικό σύστημα, ρυθμίζει τη λειτουργία των υπολοίπων ενδοκρινών αδένων στην περιφέρεια.

 

Παράγει ορμόνες ζωτικής σημασίας όπως:

1) Η Αυξητική ορμόνη με την οποία αφενός  αναπτύσσεται  σωματικά το  παιδί αφετέρου όμως συμμετέχει στην ρύθμιση της λειτουργίας πολλών οργάνων καθώς και στον μεταβολισμό λιπιδίων, γλυκόζης και λευκωμάτων.

 

2) Η ορμόνη που καθορίζει την λειτουργία του θυρεοειδούς (Θυρεοειδοτρόπος ορμόνη).

 

3) Οι  δύο  ορμόνες που καθορίζουν την λειτουργία των ωοθηκών και των όρχεων ρυθμίζοντας τόσο την έναρξη της εφηβείας του ατόμου όσο και την λειτουργία των αδένων αυτών  κατά την διάρκεια της ενηλίκου ζωής ήτοι την λειτουργία της αναπαραγωγής.

 

Όμως οι ορμόνες των ωοθηκών και των όρχεων συμμετέχουν και σε πολλές άλλες λειτουργίες του οργανισμού καθορίζοντας το πλαίσιο της σωστής λειτουργίας διαφόρων συστημάτων και οργάνων όπως του καρδιοαγγειακού, του μυοσκελετικού, του εγκεφάλου κλπ.

 

4) Η ορμόνη που καθορίζει την λειτουργία των επινεφριδίων από τα οποία παράγεται η κορτιζόνη  και  η  οποία θεωρείται απαραίτητη για την ζωή.

 

5) Η Προλακτίνη, η ορμόνη που υποβοηθά την σύνθεση και έκκριση του γάλακτος από τον μαστό κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης και την περίοδο του Θηλασμού. Πέραν αυτού όμως  η ορμόνη αυτή συμμετέχει  και στην λειτουργία των ωοθηκών και των όρχεων  είτε άμεσα είτε έμμεσα.

 

Είναι προφανές ότι διαταραχές των ορμονών αυτών είτε  ως έλλειψη τους είτε  ως υπερπαραγωγή τους  μπορεί να  οδηγήσει σε  σοβαρότατα νοσήματα με πολύ δυσμενή εξέλιξη για την  υγεία του ατόμου όπως  η   μεγαλακρία, ο νανισμός για το παιδί, η  υπερπαραγωγή κορτιζόλης με την ανάπτυξη του βαρύτατου συνδρόμου Cushing, νοσήματα  που προκαλούν στειρότητα σε γυναίκες και άνδρες και άλλα νοσήματα και επιπλοκές.

 

Ο Ενδοκρινολόγος είναι αυτός που διαγιγνώσκει και προτείνει τις κατάλληλες για κάθε περίπτωση θεραπευτικές λύσεις.


Τι παρέχει το κέντρο

kentro endokrinologias

Εξωτερικό ιατρείο Ενδοκρινολογίας, Μεταβολισμού και Σακχαρώδη Διαβήτη.

Δυνατότητα διενέργειας όλου του απαραίτητου ελέγχου που αφορά τον Σακχαρώδη Διαβήτη, παθήσεις του θυρεοειδή, οστεοπόρωσης, παχυσαρκίας  και άλλων ενδοκρινικών νοσημάτων.

 

Δυνατότητα βραχείας νοσηλείας σε άτομα με ενδοκρινικά νοσήματα, ιδιαίτερα πρωτοεμφανιζόμενο Σακχαρώδη Διαβήτη, δίνοντάς τους την απαραίτητη ιατρική αντιμετώπιση και εκπαίδευση για τον τρόπο διαχείρισης της αγωγής τους (π.χ. ινσουλινοθεραπεία) και των νέων δεδομένων στη ζωή τους.

 

Δυνατότητα βραχείας νοσηλείας σε άτομα με εγκατεστημένο διαβήτη για την αντιμετώπιση των επιπλοκών, επίτευξη καλύτερης ρύθμισης και εκπαίδευσης στην ινσουλινοθεραπεία.

 

Εκπαίδευση των ατόμων με Σακχαρώδη Διαβήτη στην διαχείριση της νόσου (διατροφή, χρήση δισκίων, χρήση ινσουλίνης, αυτοέλεγχος, 24ωρες καταγραφές γλυκόζης, επείγουσες καταστάσεις π.χ. υπογλυκαιμία, υπεργλυκαιμία, σοβαρές ασθένειες) με την συμμετοχή ειδικού εκπαιδευτή στον διαβήτη.

 

Ειδικό ιατρείο τοποθέτησης, εκπαίδευσης και 24ωρης υποστήριξης για άτομα με αντλία συνεχούς έγχυσης ινσουλίνης.

 

Ειδικό ιατρείο Διαβήτη Κύησης και προγραμματισμού εγκυμοσύνης σε γυναίκες με Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 1.

 

Τμήμα πρόληψης παθήσεων θυρεοειδή, Σακχαρώδη Διαβήτη, Διαβήτη κύησης, παχυσαρκίας και των επιπλοκών τους.


Επιστημονικά Υπεύθυνοι:

Δρ. Tζαντ Μούσλεχ.

Ενδοκρινολόγος.

Διδάκτωρ Ιατρικής Α.Π.Θ.

Πρόεδρος της Ελληνικής Ενδοκρινολογικής Εταιρείας – Πανελλήνιας Ένωσης Ενδοκρινολόγων.

 

Δρ. Μαρία Σώμαλη.

Ενδοκρινολόγος.

Διδάκτωρ Σχολής Επιστημών Υγείας, Τμήμα Ιατρικής Πανεπιστημίου Πατρών.

forma endiaferontos